Γιάννης Αναγνωστόπουλος

       Το ελληνικό μέλι οφείλει το μοναδικό άρωμα και γεύση του στο γεγονός ότι, το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας αποτελείται από δάση και άγρια οικοσυστήματα, με μόνο το 29,32% του εδάφους να διατίθεται στην καλλιέργεια. 
       Η βιοποικιλότητα της ελληνικής χλωρίδας, όπως εκφράζεται από τη σχέση  μεταξύ του αριθμού των ειδών και της συνολικής έκτασης της χώρας, είναι μεταξύ των μεγαλύτερων στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει 6.038 taxa (είδη και υποείδη), σύμφωνα με την πρόσφατη ενημέρωση της βάσης δεδομένων Flora Hellenica, ενώ ο αριθμός των ειδών υπολογίζεται μεταξύ 4.900 και 5.500 (Strid και Tan 1992). 
        Ο αριθμός των ενδημικών ειδών της Ελλάδας ανέρχεται σε 742 σύμφωνα με τις πιο πρόσφατα δημοσιευμένες εκτιμήσεις (WWF και IUCN 1994), ένα 15% της συνολικής χλωρίδας. Σε άλλες μελέτες ο αριθμός των ενδημικών taxa υπολογίστηκε αρχικά σε 1.225 (Iatrou 1986) και τελικά αναφέρεται ότι ανέρχεται σε 1.275 taxa. 
        Πολλά από αυτά τα είδη είναι αρωματικά και φαρμακευτικά βότανα που μεταφέρουν τις ιδιότητες τους στο ελληνικό μέλι. Πολύ πρόσφατες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι οι ελληνικές ποικιλίες μελιού είναι πλούσιες σε χημικές ενώσεις όπως οι πολυφαινόλες, τα φαινολικά οξέα και τα μονοτερπένια, τα οποία είναι ισχυρά αντιοξειδωτικά, γνωστά για τις χημειοπροφηλακτικές ιδιότητές τους. Η χειμιοπροφύλαξη είναι η χρήση φυσικών, συνθετικών (κατασκευασμένες σε εργαστήριο), ή βιολογικών (από ζωντανό οργανισμό) ουσιών που αναστρέφει, καταστέλλει, ή αποτρέπει την ανάπτυξη του καρκίνου.  
      Ο συνδυασμός των παραπάνω χαρακτηριστικών της πλούσιας ελληνικής φύσης με το θαυματουργό οργανισμό που λέγεται μέλισσα μας δίνει ποικιλίες μελιού εξαιρετικής ποιότητας με μοναδικά χαρακτηριστικά και γεύση που αναγνωρίζονται διεθνώς.
     Το μέλι που παράγεται στην Ελλάδα διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: α) μέλι ανθέων ή μέλι νέκταρος και β) μέλι μελιτώματος.
      Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες που με νομοθετική ρύθμιση έχει καθορίσει συγκεκριμένα φυσικοχημικά και μικροσκοπικά χαρακτηριστικά για 8 κατηγορίες μελιού που παράγει. 
Οι 8 κατηγορίες Ελληνικών αμιγών μελιών είναι:

  • Πεύκου (Μελίτωμα)
  • Ελάτης (Μελίτωμα)
  • Καστανιάς (Μελίτωμα & Άνθη))
  • Ερείκης (Ανθέων)
  • Θυμαριού (Ανθέων)
  • Πορτοκαλιάς (Ανθέων)
  • Βαμβακιού (Ανθέων)
  • Ηλίανθου (Ανθέων)
     Επιπλέον από τις παραπάνω κατηγορίες στις οποίες υπάρχει νομοθεσία ταυτοποίησης στην χώρα μας παράγονται σε σημαντικές ποσότητας και τα παρακάτω είδη μελιού:

  • Κουμαριάς
  • Ανθέων
  • Δάσους
  • Βελανιδιάς
     Στην χώρα μας οι μεγαλύτερες ποσότητες μελιού προέρχονται από το πεύκο γύρω στο 60-65%, ενώ η παραγωγή μελιού ελάτης είναι γύρω στο 5-10% και του θυμαριού 10%. Η υπόλοιπη παραγωγή μοιράζεται σε ανθόμελα διαφόρων προελεύσεων. 
   
 *Αξίζει να σημειωθεί ότι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αναγνωριστεί 16 κατηγορίες μελιού ως ΠΟΠ(Προστατευμένης Ονομασίας Προέλευσης) και 3 κατηγορίες ως ΠΓΕ (Προστατευμένης Γεωγραφικής Ένδειξης). Από την Ελλάδα έχει καταχωρηθεί στο συγκεκριμένο Μητρώο μια κατηγορία Μελιού ως ΠΟΠ και συγκεκριμένα το εξαιρετικό Μέλι  “Ελάτης Μαινάλου-Βανίλια” το οποίο παράγεται αποκλειστικά στον Νομό Αρκαδίας στο Όρος Μαίναλο (Πελοπόννησος) το οποίο αναγνωρίσθηκε ως ΠΟΠ το 1996(Καν.1263/1996).